Ιερά Μητρόπολις Ρόδου

Copyright ©2017 imr.gr

Disable Preloader
Ιερά Μητρόπολις Ρόδου

Ο ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗ ΡΟΔΟ

3.1. Ο  ΘΕΣΜΙΚΟΣ  ΡΟΛΟΣ  ΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ  ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΣΤΗ  ΡΟΔΟ

 Σταύρου Παπαδοπούλου

Ο ρόλος της εκκλησίας στα νησιά της Δωδεκανήσου ήταν για αιώνες πρωταγωνιστικός. Από την περίοδο της Οθωμανοκρατίας σφυρηλατήθηκε και έφτασε μέχρι την περίοδο της Ιταλοκρατίας. Η  οθωμανική αυτοκρατορία, για λόγους που σχετίζονταν με την εσωτερική της οργάνωση και σε συνάρτηση με την τεράστια εδαφική της έκταση για να μπορέσει να διοικηθεί εύρυθμα στηρίχτηκε σε ένα αποκεντρωμένο διοικητικό σύστημα[1]στο οποίο πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτισε η Εκκλησία. Η Εκκλησία της Δωδεκανήσου ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο διαδραμάτιζε διπλό ρόλο: πολιτικό και θρησκευτικό. Λειτουργούσε σε επίπεδο κράτους από πολύ νωρίς και απέκτησε προνόμια τα οποία ενίσχυσαν την οικονομία των νησιών όπου ίσχυσαν. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να οργανωθεί ο εθνικοθρησκευτικός χώρος των ορθοδόξων γύρω από την ιεραρχία.

. 3.1. Ο  ΘΕΣΜΙΚΟΣ  ΡΟΛΟΣ  ΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ   ΤΗΣ   ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ   ΣΤΗ  ΡΟΔΟ

Στη Ρόδο, ο εκάστοτε μητροπολίτης ήταν ο ανώτατος θρησκευτικός αρχηγός. Είχε σε τοπική κλίμακα, αντίστοιχη λειτουργία με αυτήν του Πατριάρχη. Ήταν δηλαδή υπεύθυνος για την οργάνωση του εθνικού και θρησκευτικού χώρου. Ο μητροπολίτης είχε την εντολή τόσο από τον Πατριάρχη όσο και από την Οθωμανική εξουσία της οργάνωσης και εξουσίας στο χώρο ευθύνης και δικαιοδοσίας του.[2] Την  ύστερη περίοδο  της οθωμανοκρατίας, ο μητροπολίτης της Ρόδου είχε, ως  «Έξαρχος πασών των Κυκλάδων νήσων»,[3] το ρόλο όχι μόνο του θρησκευτικού ηγέτη, αλλά και του πολιτικού αρχηγού των ορθόδοξων Ελλήνων  με αυξημένες αρμοδιότητες  οι οποίες ήταν :

1. οργάνωνε και διεύθυνε την εκπαίδευση των Ελλήνων, όντας πρόεδρος των σχολικών Εφορειών  τόσο στην πόλη της  Ρόδου όσο και στα χωριά του νησιού.

2. προήδρευε στο δωδεκαμελές σώμα της Δημογεροντίας. Η Δημογεροντία χωριζόταν σε τρία τμήματα: α) το Μικτό Δικαστήριο, β) την Εκπαιδευτική Επιτροπή και γ) τη Μοναστηριακή επιτροπή.[4]

3. Ήταν  πρόεδρος του Πνευματικού Δικαστηρίου.

4. Ήταν υπεύθυνος για την είσπραξη της  «δεκάτης»  και των άλλων εσόδων.

Αυτές οι αυξημένες αρμοδιότητες του μητροπολίτη  Ρόδου τον καθιστούσαν ως ένα είδος υπουργείου παιδείας και θρησκευμάτων στην περιοχή. Όπως αναφέραμε και αναλύσαμε, οι αρμοδιότητες του μητροπολίτη Ρόδου  ήταν πολύ αυξημένες και δεν τον περιόριζαν στο θρησκευτικό του ρόλο, αλλά τον καταξίωναν ως εθνικό ηγέτη και  πολιτικό εκπρόσωπο των Ελλήνων απέναντι στο Οθωμανό κυρίαρχο. Με την προσφορά  και το ρόλο του, αναδείχθηκε στο πρόσωπο που κατέφευγαν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες, όταν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα με τον κατακτητή. Ήταν η αδιαμφισβήτητη αρχή στο πέρασμα όλων αυτών των αιώνων  για τους υπόδουλους Έλληνες, οι οποίοι κατέφευγαν στη μητρόπολη γνωρίζοντας πως θα μπορέσουν να βρουν λύση στο πρόβλημα που τους απασχολούσε. Ήταν ο εκπρόσωπος του Πατριαρχείου στο νησί και παράλληλα ο συνδετικός κρίκος του Πατριαρχείου στην περιοχή. Όλα αυτά τον καθιστούσαν μια προσωπικότητα που αποδέχονταν, σέβονταν και με την οποία συνεργάζονταν όχι μόνο οι Ορθόδοξοι Έλληνες, αλλά και οι Οθωμανοί  υπήκοοι και ο διοικητικός μηχανισμός τους.

3.2. Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΡΟΔΟΥ ΒΕΝΙΑΜΙΝ  ΚΑΙ  Ο ΔΙΑΔΟΧΟΣ  ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ    ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Στις αρχές του εικοστού αιώνα μητροπολίτης Ρόδου ήταν ο Ιωακείμ Βαλασιάδης,[5]ο οποίος παρέμεινε στη θέση αυτή επί μια δεκαετία (1900-1910). Ο Ιωακείμ είχε στις προτεραιότητές του την παιδεία  και ασχολήθηκε συστηματικά τα χρόνια της ιεραρχίας του με την ανάπτυξή της τόσο σε θέματα  υποδομών (σχολικά κτήρια, εγκαταστάσεις) όσο και καλύτερης ποιότητας του εκπαιδευτικού προσωπικού. Ο Ιωακείμ είχε για συνεργάτες του μορφωμένους Ροδίτες και στα χρόνια αυτά έγινε σημαντικό έργο στην εκπαίδευση  με την εισαγωγή  αρκετών καινοτομιών.

 Επόπτη παιδείας των σχολείων του νησιού είχε ορίσει  το Δημήτρη Βενετοκλή και το τελευταίο έτος της ποιμαντορίας του (1910) ιδρύθηκε το «Βενετόκλειο Γυμνάσιο» που αποτέλεσε το θεμέλιο για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο νησί της Ρόδου. Τέλος μεγάλο έργο επιτέλεσε ο Ιωακείμ στον τομέα της ίδρυσης νέων σύγχρονων σχολείων και λέγεται ότι «επροτίμα οικοδομήν σχολείων από εκκλησίας, σχολεία από ιερούς άμβωνας. Δι’ αυτό επί της δεκαετίας της ποιμαντορίας του οικοδόμησεν εις εν έκαστον χωρίον και εν σχολείον».[6]

Διάδοχος του Ιωακείμ στην μητρόπολη της Ρόδου ήταν ο Βενιαμίν. Η εκλογή του Βενιαμίν στη θέση του μητροπολίτη Ρόδου συμπίπτει με την κατάκτηση των νησιών από τους Ιταλούς. Ο Βενιαμίν παρέλαβε λοιπόν τη σκυτάλη από τον Ιωακείμ,. Στην περίοδο της ποιμαντορίας του Βενιαμίν τα νησιά πέρασαν από την οθωμανική κατοχή  στην ιταλική κυριαρχία. Η  περίοδος ήταν εξαιρετικά κρίσιμη και δύσκολη.

3.3. Η  ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ  ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ

Το 1914 και συγκεκριμένα την 1η Απριλίου, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Ρόδου και ανέλαβε καθήκοντα μητροπολίτη του νησιού ο Απόστολος Τρύφωνος Χατζηαποστόλου, γνωστότερος ως μητροπολίτης Απόστολος. Κάνοντας κάποιος μια προσεκτική ανάλυση της περιόδου της  ιταλοκρατίας των νησιών, σε πρώτο επίπεδο καταλήγει σε ένα απλοϊκό όμως ταυτόχρονα και εντυπωσιακό συμπέρασμα.

 Η περίοδος της Ιταλοκρατίας διήρκεσε από το 1912 έως το 1945 και  συνέπεσε ακριβώς το ίδιο διάστημα με τη θητεία του  Απόστολου στην μητρόπολη Ρόδου. Γίνεται κατανοητό ότι όλοι οι ιστορικοί, μελετητές, ιστοριοδίφες, θεολόγοι,  ταυτίζουν την ιταλοκρατία με τον Απόστολο και αυτό κατά τη γνώμη μας δεν είναι λανθασμένη εκτίμηση. Όλα τα πολύ δύσκολα χρόνια που οι Ιταλοί κατείχαν τα νησιά, στη θέση του μητροπολίτη, έχοντας τις αρμοδιότητες και την εξουσία που αναφέραμε στις προηγούμενες ενότητες, ήταν ο Απόστολος.[7] Ο θεσμικός ρόλος του μητροπολίτη σε συνάρτηση με την προσωπικότητα του Απόστολου ήταν αυτοί οι παράγοντες  που τον ανέδειξαν σε  ηγετική μορφή την περίοδο της ποιμαντορίας του στη μητρόπολη Ρόδου. Ο Απόστολος ήταν φυσικά ενήμερος για τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί  και τις κατηγορίες που βάραιναν τον προκάτοχό του και είχε έρθει αποφασισμένος να αλλάξει άρδην το αρνητικό κλίμα που υπήρχε, έχοντας ως κύριο άξονα δράσης του τον εθνικό ρόλο και κάνοντας σημαία του τον αλυτρωτισμό που χαρακτήριζε τους ελληνορθόδοξους κατοίκους του νησιού. Όλη του η προσπάθεια στόχευε στο να  κερδίσει την εμπιστοσύνη του λαού της Ρόδου,  να γίνει εύκολα και άμεσα αποδεκτός από την  ροδιακή κοινωνία και να εξελιχθεί σε αυτό που και ο ίδιος στόχευσε από την αρχή: σε ρυθμιστή και πρωταγωνιστή των εξελίξεων σε τοπικό επίπεδο.

Σε ότι αφορά τον τομέα της παιδείας, εδώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι ο μητροπολίτης Ιωακείμ, που υπηρέτησε στη μητρόπολη τη δεκαετία 1900-1910, επέδειξε σημαντικότατο έργο. Επί θητείας του αναπτύχθηκε, οργανώθηκε και συστηματοποιήθηκε η παιδεία για πρώτη φορά με αποτέλεσμα την ραγδαία  ανάπτυξη της. Συμπερασματικά, ο Απόστολος με τον ερχομό του στη Ρόδο,  αφενός βρήκε την παιδεία σε πολύ ικανοποιητικό

Ο Απόστολος περιέγραφε στα απομνημονεύματά του την κατάσταση που συνάντησε όταν ανέλαβε τα καθήκοντα του.[8]  «Διεπίστωσα ότι πλην των κοινών δι’ όλους τους πρωτοπείρους Αρχιερείς δυσκολιών, είχον να αντιμετωπίσω πολλά τα ιδιάζοντα λόγω των περιστάσεων. Τα κυριότερα τούτων ήσαν τα εξής:  1) η έντασις των σχέσεων της ημετέρας εθνότητος προς την κρατούσαν δύναμιν και αι συνεπεία ταύτης αφόρητοι πιέσεις  2) η ύπουλος δραστηριότης της Καθολικής προπαγάνδας υπό την σκέπην και την αρωγήν των κρατούντων 3) η έλλειψις επαρκώς ωργανωμένου ημετέρου μετώπου αντιστάσεως, και η Ελληνικωτάτη διαίρεσις των Εθνικών μας δυνάμεων 4) η έλλειψις κλήρου επαρκώς μεμορφωμένου ή τουλάχιστον αισθηματικώς τετονωμένου προς αντιμετώπισιν των ελλοχευόντων Μισσιοναρίων 5) η έλλειψις ομοιομορφίας εν τη εκπαιδεύσει και της απαιτουμένης συστηματικής εποπτείας και επιβλέψεως των λειτουργών αυτής 6) η έλλειψις επαρκών πόρων και το ασυστηματοποίητον των υπαρχόντων και 7) η εντελής χαλάρωσις της διοικήσεως των ιερών Μονών και των Μοναστηριακών περιουσιών».[9]  

Με τη διαπίστωσή του αυτή ο μητροπολίτης έδωσε από την αρχή το στίγμα που θα ακολουθούσε στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Από τις επτά αιτίες δυσλειτουργίας  που διαπιστώνει στην περιφέρειά του, μόνο η μία, που αναφέρεται στις μονές και στα μοναστήρια, είχε αμιγώς θρησκευτικό χαρακτήρα. Όλες οι υπόλοιπες, είχαν σαφέστατη πολιτική χροιά, αφού αναφέρονταν στις σχέσεις με τους Ιταλούς, την αντιμετώπισή των και την ανάγκη ενότητας απέναντί των, την ποιότητα της εκπαίδευσης και την ποιότητα του κλήρου, καθώς και την εξεύρεση πόρων για την καλύτερη λειτουργία όλων των ιδρυμάτων που είχε υπό την επίβλεψή της η μητρόπολη. Με το διάγγελμά του ο Απόστολος έδωσε το στίγμα του προς το ποίμνιό του, δηλώνοντας ότι θα είναι παρών και στην πρώτη γραμμή σε όλα τα ζητήματα.  Λίγους μήνες μετά την κάθοδό του Απόστολου στη Ρόδο και την ουσιαστική ανάληψη των καθηκόντων του ξέσπασε ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και των Κεντρικών αυτοκρατοριών, γεγονός που επηρέασε και την εξέλιξη του ζητήματος της Δωδεκανήσου.[10]

Μια από τις πρώτες  κινήσεις πολιτικής υφής που έκανε ο Απόστολος ήταν το Σεπτέμβριο του 1914, όταν έστειλε τον τότε διευθυντή της «Αστικής Σχολής» (και μετέπειτα στενό του συνεργάτη)  Εμμανουήλ Καλαμπίχη στην Αθήνα, με το πρόσχημα της προμήθειας σχολικών βιβλίων, στην πραγματικότητα όμως με σημαντική πολιτική εθνική  αποστολή. Η αποστολή του ήταν να συναντήσει  τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, Ελευθέριο Βενιζέλο και να πάρει οδηγίες για τη στάση που θα κρατούσαν στο εξής απέναντι στους Ιταλούς.[11] Από τους πρώτους μήνες της θητείας του ο Απόστολος,  πέρα του ότι δρούσε πολιτικά, ζητούσε συμβουλές και οδηγίες για τη δράση και συμπεριφορά του  από τον πλέον αρμόδιο, τον πρωθυπουργό της Ελλάδας.

Οι ίδιοι οι Ιταλοί κατάλαβαν από την αρχή ότι ο νέος μητροπολίτης θα είχε διαφορετική συμπεριφορά και τρόπο διοίκησης από τον προκάτοχό του και φρόντισαν να τον στοχοποιήσουν και να παρακολουθούν κάθε του κίνηση.[12] Ο ίδιος αναφέρει στον πρώτο τόμο των απομνημονευμάτων του: «εις μιαν συνάθροισιν Ιταλών επισήμων ο διευθυντής της Αστυνομίας Gorini  εκαυχήθη ότι τόση είναι η υπ’ αυτού ασκούμενη επίβλεψις επ’ εμού, ώστε γνωρίζει και το τι τρώγω καθ’ εκάστην».

Πάλι από τα απομνημονεύματά του, μας μεταφέρεται μια εικόνα για το πώς τον αντιμετώπιζαν οι Ιταλοί, αλλά και οι εκπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας. «Εις μιαν συζήτησιν μας ο στρατηγός Croce,  παρεξηγών την επιμονήν μου, μ’ έρριψε κατά πρόσωπον την φράσιν «έχουν δίκαιον οι δικοί σου να σε χαρακτηρίζουν πεισματάρη. Αλλά και ο Gorini εις μιαν άλλην συνάθροισιν των Ιταλών επισήμων, αποκρούων μομφήν ότι δεν κατώρθωσε να με πείση είπε: «δεν γνωρίζετε τι είναι ο μητροπολίτης Απόστολος. Από τα τέσσερα μέρη της μητροπόλεως κανόνια να τοποθετήσωμεν δεν θα δυνηθώμεν να τον πείσωμεν να μεταβάλη γνώμην. Αύτη ήτο η περί εμού κρατούσα ιδέα παρά τοις Ιταλοίς».[13] Από την αρχή της θητείας του ο Απόστολος έδειξε ότι είχε έρθει αποφασισμένος για ρήξεις και για αλλαγές σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας της μητρόπολης. 

Μια από τις βασικές δυσκολίες που επεσήμανε ο Απόστολος ήταν η έλλειψη μορφωμένου κλήρου, ο οποίος θα μπορούσε να εκτελέσει τα καθήκοντα με επάρκεια και  να αντιμετωπίσει  τους «Μισσιονάριους» που είχαν ήδη αρχίσει τη δράση τους. Ο μητροπολίτης Απόστολος προσπάθησε να βελτιώσει την ποιότητα του κλήρου της περιφέρειάς του,  που  και ο ίδιος αναγνώριζε την ανεπάρκεια του. Φρόντισε ταυτόχρονα να βελτιώσει την ποιότητα των κληρικών του, μιας και την εποχή εκείνη οι περισσότεροι ιερείς της μητροπόλεως στερούνταν πτυχίου και γενικότερα μόρφωσης.[14] Συγκεκριμένα   αφιέρωνε πολλές ώρες σε κατηχήσεις προς τους ιερείς που ο ίδιος χειροτονούσε, κυρίως για να τους αναπτερώσει το φρόνημα και το ηθικό τους. Εξέδιδε πολύ συχνά ποιμαντορικές εγκυκλίους με οδηγίες και συνέστησε τα «Ιερατικά Φροντιστήρια», ακριβώς για να τους ενημερώνει και να τους κατηχεί.[15]

Ο Απόστολος φρόντιζε παράλληλα και για τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των πιστών,  κηρύττοντας ο ίδιος στη λειτουργία. Η έλλειψη μορφωμένων κληρικών καθιστούσε σχεδόν αδύνατο  το κήρυγμα από τον άμβωνα. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό ο Απόστολος προχώρησε στην έκδοση ενός θρησκευτικού περιοδικού. Έτσι τον Μάρτιο του 1915  κυκλοφόρησε η  «Ορθόδοξος Διδαχή».[16]

Ένα άλλο πρόβλημα που επισήμανε  ο Απόστολος ήταν τα κρούσματα διαφθοράς από μέρους της διοίκησης των μονών σχετικά με τη διαχείριση των μοναστηριακών περιουσιών.[17] Ο Απόστολος  παραδεχόταν ότι την περίοδο αυτή οι μονές παρήκμαζαν «και λόγω αποσβέσεως του μοναχικού τάγματος, και λόγω ατασθαλιών των τεταγμένων ηγουμένων».[18] Στη συνέχεια των απομνημονευμάτων του χρησιμοποίησε και βαρύτερες εκφράσεις για τους ηγούμενους των μονών, σημειώνοντας: «αι μοναστηριακαί περιουσίαι ουδένα εξεπλήρουν ανώτερον σκοπόν πεπιστευμέναι εις χείρας ανικάνων κατά το πλείστον ηγουμένων, ους εξεμεταλλεύοντο ή οι οικείοι αυτών ή ασυνείδητοι ισχυροί παράγοντες των περιοίκων κοινοτήτων».[19] Την άποψη αυτή ο μητροπολίτης διαμόρφωσε μετά από περιοδεία που έκανε στα χωριά του νησιού και επιτόπιο έλεγχο στις διάφορες μονές.

Στο τεύχος 12 της «Ορθοδόξου Διδαχής»  του έτους 1916 σημειώνει ο μητροπολίτης τα εξής ενδιαφέροντα:  «η Επαρχιακή συνέλευσις επεδίωξε α) την απογραφήν απάσης κινητής και ακινήτου περιουσίας των ιερών μονών, όπως μη διαρπάζηται αύτη υπό του τυχόντος κληρικού ή λαϊκού β) την χρηστήν διαχείρισιν αυτής γ) την εξασφάλισιν των εξ αυτής ωφελειών δια το κοινόν καλόν και όχι δι ωρισμένα άτομα ή και κοινότητας δ) την προαγωγήν και ανάπυξιν της μοναστηριακής περιουσίας. Δεν νομίζομεν τι ηδύνατο εθνωφελέστερον, κοινωφελέστερον, δικαιότερον και χριστιανικώτερον να σκεφθή μια συνέλευσις αντιπροσωπεύουσα ουχί άτομα, ουδέ κοινότητας αλλά μια ολόκληρην επαρχίαν. Τα λεγόμενα υπό τίνων ότι η δείνα μονή είνε ιδική μας, την έκτισαν οι πατέρες μας κτλ είνε ερεσχελίαι. Αι ιεραί μοναί εκτίσθησαν πάσαι σχεδόν προ αιώνων.  Με το να επροίκησαν δε οι πατέρες μας ή και ημείς οι ίδιοι εν χωράφιον ή εν αμπέλιον ή εν ελαιόδενδρον δεν σημαίνει ότι απεκτήσαμεν κυριαρχικά δικαιώματα επί της μονής ή επί της περιουσίας αυτής. Πρόκειται λοιπόν περί Εθνικής και ουχί κοινοτικής περιουσίας».[20]

Περαιτέρω, παρατήρησε ατασθαλίες ο μητροπολίτης στον τρόπο εκμετάλλευσης των περιουσιών που είχαν τα μοναστήρια. Αποφάσισε, λοιπόν,  να εκχωρήσει στις κοινότητες το δικαίωμα εκμετάλλευσης της περιουσίας των μονών. Στόχος του ήταν τα χρήματα που θα έπαιρναν οι κοινότητες να τα διέθεταν για να ενισχύσουν την παιδεία του χωριού. Αυτό το μέτρο εφαρμόστηκε σε μερικές κοινότητες, ενώ στην πλειοψηφία των κοινοτήτων γινόταν ενοικίαση των μοναστηριακών κτημάτων από ένα πρόσωπο, το οποίο κοιτούσε πώς να ωφεληθεί το ίδιο και όχι η κοινότητα και η παιδεία του τόπου, με αποτέλεσμα  να νοικιάζουν με πολύ μικρό τίμημα κάποιοι τα μοναστηριακά κτήματα, αλλά και να μην πληρώνουν ή να καθυστερούν το ελάχιστο τίμημα που τους είχε επιβληθεί. Όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο μητροπολίτης, η κατάσταση σαφώς βελτιώθηκε αναφορικά με την μοναστηριακή περιουσία, με αποτέλεσμα να υπάρξουν περισσότερα χρήματα στις τοπικές επιτροπές, αλλά και να πραγματοποιηθούν έργα στις μονές.

Οι αλλαγές αυτές όμως σίγουρα ενόχλησαν κάποιους οι οποίοι εξυπηρετούνταν από την κατάσταση αυτή και χρησιμοποιούσαν με ιδιοτέλεια την μοναστηριακή περιουσία. Παρατήρησε ο μητροπολίτης την έλλειψη ομοιογένειας και ομόνοιας μεταξύ των μελών των επιτροπών και μια αντιπαράθεση μεταξύ τους. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «είνε λυπηρόν,  πολύ λυπηρόν,  ότι λείπει παντελώς η αντίληψις αύτη της αδελφοσύνης μεταξύ των μελών μιας και της αυτής εθνικής και θρησκευτικής οικογενείας. Την αντίληψιν ταύτην και την ένωσιν προσκαλούμεν πάντας τους δυναμένους να διεγείρωσιν εις τας καρδίας των απλουστέρων. Εζητήσαμεν από την Επαρχιακή Συνέλευσιν να παύση η υπολανθούσα αντίθεσις μεταξύ των χωρίων και Πρωτευούσης. Μετ’ ευχαριστήσεως πολλής διεπιστώσαμεν ότι η αξιώσίς μας αύτη εγένετο δεκτή. Μόνον ελάχιστοι εισί σήμερον οι χάριν δημοκοπίας αστόχου εχόμενοι της ιδέας αντιθέσεως, εις τους οποίους όμως έπαυε πλέον να δίδη προσοχήν ο πολύς λαός».[21]

 Για όλους αυτούς τους λόγους  ο Απόστολος επεδίωξε να υπάρχει μια κεντρική εξουσία της περιφέρειας, στην οποία θα εκπροσωπούνταν τόσο οι κάτοικοι της πόλης όσο και οι κάτοικοι των χωριών. Για αυτό δημιούργησε την «Επαρχιακή Συνέλευση» και συντάχθηκε ο «Επαρχιακός Κανονισμός». Το Μάρτιο του 1915 (25-3-1915) πραγματοποιήθηκε η πρώτη Παρροδιακή Συνέλευση. Σχετικά με την πρώτη αυτή συνέλευση και τις αντιδράσεις που υπήρξαν πληροφορούμαστε ότι: «αισίως περάνασα το έργον αυτής, διελύθη την παρελθούσαν Κυριακήν η Παρροδιακή Συνέλευσις. Δεν θα εκφράσωμεν αποδοκιμασίαν προς μιαν ή δύο κοινότητας, αίτινες δεν συμμετέσχον του συνεδρίου. Ήτο το πράγμα τόσον καινοφανές διά το τόπον, ώστε ουδόλως παράδοξον αν άνθρωποι απλοϊκοί, οίοι εισιν οι χωρικοί μας, παρεσύρθησαν  να πιστεύσωσιν ότι ήτο δυνατόν να προκύψη κακό διά τον τόπον γενικώς ή και διά μια κοινότητα έστω. Ο επιψηφισθείς Επαρχιακός Κανονισμός είναι ο θεμελιώδης νόμος των εκκλησιαστικών, εκπαιδευτικών, μοναστηριακών και εν γένει των κοινοτικών ημών πραγμάτων. Αυτός ο καταρτισμός των Επαρχιακών Σωματείων, τα οποία θα εδρεύωσιν εν τη Ιερά Μητρόπολει, είναι η καλλιτέρα εγγύησις περί της εν τω μέλλοντι συνεργασίας πάντων εν αδελφική σύμπνοια προς το γενικόν καλόν του τόπου.»[22]

Ο Επαρχιακός Κανονισμός αποτελείτο από τρία κεφάλαια και 62 άρθρα. Χαρακτηριστικό της απόλυτης εξουσίας  του μητροπολίτη είναι το άρθρο 3 του κανονισμού. «Ο κατά καιρόν Μητροπολίτης Ρόδου,  ως Θρησκευτικός αρχηγός και Εθνάρχης όλων των εν ταις ερημέναις νήσοις Ορθοδόξων Ελλήνων κατά τα εις χείρας αυτού Εκκλησιαστικά και πολιτικά έγγραφα είναι αυτοδικαίως ο πρόεδρος όλων των Επαρχιακών Κοινοτικών και Ενοριακών Συνελεύσεων και Σωματείων και ο ανώτατος επόπτης και προστάτης των εν όλη τη Επαρχία Ρόδου Ιερών Εκκλησιών, Μονών, Σχολών και λοιπών ευαγών καθιδρυμάτων».[23]

Τα επαρχιακά και κοινοτικά σωματεία συνεδρίαζαν κάθε εβδομάδα και σε αυτά προέδρευε ο μητροπολίτης Απόστολος.[24] Βέβαια υπήρχαν και αντιδράσεις στα σχέδια του Απόστολου και χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός ότι τρία μέλη της εφορείας και πέντε μέλη της Δημογεροντίας παραιτήθηκαν, γιατί διαφωνούσαν με τα μέτρα και τις αλλαγές.[25]

Στο χώρο της παιδείας οι αλλαγές που επέφερε αυτά τα οκτώ χρόνια ο μητροπολίτης Απόστολος ήταν πραγματικά σαρωτικές. Ο Απόστολος ήθελε να είναι ο απόλυτα κυρίαρχος στο χώρο της εκπαίδευσης. Ήξερε ότι η εκπαίδευση  ήταν ο  βασικός πυλώνας στην προσπάθεια των Ελλήνων να διαφοροποιούνται από τους Ιταλούς και να διατηρήσουν την  ελληνική τους ταυτότητα. Τα σχολεία είχαν γίνει στόχος, όπως ανέφερε και ο ίδιος στα απομνημονεύματά του:  «τα σχολεία μας προ παντός ήσαν κάρφος εν τω οφθαλμώ των».[26]  Λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Μάρτιο του 1915, ο Απόστολος έφερε τις αλλαγές αυτές προς υλοποίηση και εφαρμογή. Το διάστημα που μεσολάβησε  ο μητροπολίτης ενημερωνόταν  για το τι συνέβαινε.

Το τοπίο και το πλαίσιο οργάνωσης και διοίκησης της παιδείας των ελληνορθόδοξων μέχρι τις αρχές του 1915 ήταν το εξής:  Επικεφαλής και υπεύθυνος για την εκπαίδευση των Ελλήνων ήταν ο μητροπολίτης Ρόδου. Υπήρχε η Εκπαιδευτική Επιτροπή,  που ήταν ένα συμβουλευτικό όργανο του μητροπολίτη.  Η Εκπαιδευτική επιτροπή  αποτελείτο από επιφανή μέλη της κοινωνίας και είχε διοικητικό και συντονιστικό χαρακτήρα. Κάθε κοινότητα, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, είχε τη δική της σχολική εφορεία.  Η Σχολική Εφορεία  ήταν υπεύθυνη για τη συντήρηση και τη στελέχωση του σχολείου με διδακτικό προσωπικό. Παράλληλα,  η Σχολική Εφορεία  πέρα από το ότι διόριζε το εκπαιδευτικό  προσωπικό κάθε χρόνο, στις αρμοδιότητες της είχε επίσης  την εύρεση πόρων για την κάλυψη των αναγκών του σχολείου.

Σχετικά με τα αναλυτικά σχολικά προγράμματα υπήρχε μια βασική οδηγία για να υπάρχει ένα ομοιόμορφο πρόγραμμα λειτουργίας όλων των σχολείων, όμως το πρόγραμμα αυτό δεν τηρείτο πιστά, με αποτέλεσμα αποκλίσεις σε διάφορες κοινότητες και τα σχολεία που αυτές συντηρούσαν. Είχε καταρτιστεί και μια  επιτροπή από έμπειρους δασκάλους, η οποία είχε αναλάβει αυτό ακριβώς το έργο, την κατάρτιση αναλυτικού προγράμματος για τα σχολεία της περιφέρειας. Η ίδια επιτροπή είχε στα καθήκοντά της και την επιλογή των διδακτικών  βιβλίων που θα χρησιμοποιούσαν τα σχολεία της Ρόδου.[27] Αυτό ήταν ακροθιγώς το πλαίσιο που επικρατούσε στην παιδεία της Ρόδου. Οι αλλαγές που εισήγαγε  ο μητροπολίτης Απόστολος  ήταν σημαντικότατες και σε όλα τα επίπεδα.

Μετά από λίγους μήνες στη θέση του μητροπολίτη Ρόδου, ο Απόστολος διαπιστώνει ότι:   «ο λαός της υπαίθρου χώρας καίτοι ευρίσκεται εις πολύ χαμηλά σημεία όσον αφορά την κατάστασιν αυτού εν τοις εκπαιδευτικοίς και κοινωνικοίς ζητήμασι,  εν τούτοις ο λαός ούτος παρουσιάζεται ως μια μάζα πολύ εύπλαστος, χαρακτηριζόμενος ιδία διά τα ιδεώδη της φυλής άπερ διατηρεί,  και διά τα αγνότατα θρησκευτικά αισθήματα. Εκπλήσσεταί τις τω όντι, αναλογιζόμενος  πώς ο λαός ούτος την αγνότητα ταύτην διετήρησε θαυμασίως, κατόπιν τοιούτων μακροχρόνιων καταπιέσεων, διό και έχομεν καθήκον ημείς να διαπλάσωμεν και διαπαιδαγωγήσωμεν λαόν τοιούτον, όπως απαιτεί το συμφέρον της εκκλησίας και του Έθνους ημών».[28] 

Με τη δήλωσή του αυτή ο Απόστολος προετοίμαζε το έδαφος για τις αλλαγές που θα ακολουθούσαν. Στη δήλωσή του αυτή διαπίστωνε μεγάλη ψαλίδα ανάμεσα στην εκπαίδευση της πόλης και την εκπαίδευση των χωριών. Με τις συχνές περιοδείες του στην ύπαιθρο του νησιού της Ρόδου ερχόταν σε επαφή με τους απλούς ανθρώπους και κατέγραφε τα προβλήματα, αλλά και τα παράπονά τους.

 Η Δημογεροντία  αποτελείτο κυρίως από πολίτες της πόλης, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι των χωριών να μην εκπροσωπούνται όπως εκείνοι θα ήθελαν. Παράλληλα εμφορούνταν και από το αίσθημα της αδικίας, μιας και οι περισσότερες μονές βρίσκονταν στα χωριά και προσέφεραν χρηματικά ποσά  στα ταμεία της μητρόπολης,  χωρίς οι ίδιοι και τα παιδιά τους να απολαμβάνουν αυτά που προσέφεραν  στην παιδεία  ισότιμα με τους κατοίκους της πόλης.[29] Από προσωπικές μαρτυρίες ατόμων που βίωσαν την κατάσταση αυτή μαθαίνουμε ότι: «πράγματι την Δημογεροντίαν μέχρι τότε εξέλεγε μόνον η πόλις, ενώ εις την δικαιοδοσίαν της είχε και τα ζητήματα του Μικτού και Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, των Μονών, των Σχολείων, τα οποία ενδιέφερον ιδιαιτέρως και κατά το μεγαλύτερον ποσοστόν την ύπαιθρον».[30] Παράλληλα ο Απόστολος είχε ενημερωθεί για την αυθαιρεσία που επικρατούσε σε αρκετές τοπικές σχολικές εφορείες και  για αυτό η  πρώτη  και σημαντικότερη αλλαγή ήταν η  θέσπιση ενός νέου οργάνου, της  «Κεντρικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής» (Κ. Ε. Ε).

Από την ονομασία της καταλαβαίνουμε και το ρόλο και την αποστολή  του νέου οργάνου. Ήταν το όργανο που υπερέβαινε  τα στενά πλαίσια της πόλης της Ρόδου ή του κάθε χωριού και αναλάμβανε την οργάνωση της παιδείας κεντρικά. Η «Κεντρική  Εκπαιδευτική Επιτροπή» είχε άτυπο ρόλο «Υπουργείου Παιδείας»  και επικεφαλής της ήταν ο μητροπολίτης. Η «Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή» εκλέχτηκε από την Παρροδιακή Συνέλευση. Ήταν ένα από τέσσερα όργανα που αποτελούσαν την Επαρχιακή Δημογεροντία.[31] Ο στόχος του Απόστολου ήταν ο κεντρικός έλεγχος της παιδείας. Είχε μεγάλη ευχέρεια κινήσεων και ήταν αυτή η επιτροπή που είχε αναλάβει τη διεύθυνση, την οργάνωση και τον έλεγχο όλου του εκπαιδευτικού συστήματος της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Για να λειτουργήσει καλύτερα η επιτροπή,  το νησί της Ρόδου χωρίστηκε σε έξι περιφέρειες.[32] Επικεφαλής και υπεύθυνοι αυτών των περιφερειών τοποθετήθηκαν αρχιερατικοί επίτροποι.

Η «Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή» αποτελείτο από 4 μέλη που εκλέγονταν για μια τετραετία. Μέλη της μπορούσαν να εκλεγούν μόνο επιστήμονες ή τουλάχιστον απόφοιτοι γυμνασίου ή πτυχιούχοι διδασκαλείου. Συμβουλευτικά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής ήταν ο γυμνασιάρχης του «Βενετοκλείου» και η διευθύντρια του «Ανώτερου Παρθεναγωγείου», καθώς και ο επόπτης  παιδείας.[33] Η «Κεντρική επιτροπή» συνεδρίαζε δύο φορές το μήνα τακτικά και έκτακτα όποτε χρειαζόταν. Οι αρμοδιότητές  της ήταν τέτοιες, που πραγματικά την καθιστούσαν «Υπουργείο Παιδείας» στην περιφέρεια. Αποτελούσε την ανώτατη  εκπαιδευτική αρχή  της επαρχίας. Η  Επιτροπή είχε πολύ μεγάλες αρμοδιότητες και σε σχέση με το εκπαιδευτικό προσωπικό. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 32 του Επαρχιακού Κανονισμού αναφέρονταν τα εξής: «Η Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή ανακρίνει,  εξετάζει και εγκρίνει άπαν το διδάσκον προσωπικόν της Επαρχίας, το οποίον και επιβλέπει κατά την διάρκειαν του σχολικού έτους διά καταλλήλων εποπτών, επιβάλλει ποινάς μέχρι και παντελούς απολύσεως εις τους μένοντας αδιορθώτους μετά την προηγούμενην απολογίαν των ενδιαφερομένων και εν γένει ασκεί διαρκή και σύντομον έλεγχον επί της εκπαιδεύσεως».[34]Ακόμη, για να μπορέσει  κάποιος να εργαστεί ως εκπαιδευτικός θα έπρεπε να  συμπεριλαμβάνεται στους καταλόγους που είχε συντάξει η «Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή», γιατί από τον κατάλογον αυτόν οι «κατά τόπους εφορείαι λαμβάνουσι το εις τα σχολάς αυτών διδάσκον προσωπικόν δι’ αιτήσεώς των προς την Εκπαιδευτικήν Επιτροπήν».[35]

Ακόμη,  η Επιτροπή καθόριζε τα διδακτικά βιβλία και κατήρτιζε τα προγράμματα της κατώτατης μέχρι και της ανώτατης εκπαιδεύσεως. Η «Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή» κατήρτιζε και ψήφιζε τους εσωτερικούς κανονισμούς των σχολών και όριζε  «τον βαθμόν των εν εκάστη Κοινότητι Σχολών και τον αριθμόν των τάξεων, αναλόγως των πόρων αυτών».[36] Υπήρχε πολύ  αυστηρός  έλεγχος από την «Κεντρική Εκπαιδευτική  Επιτροπή».  Αυτό φαινόταν και από το γεγονός ότι κάθε διευθυντής σχολείου ήταν υποχρεωμένος να υποβάλλει κάθε τρίμηνο έκθεση για την κατάσταση του σχολείου, αλλά και για τη διδαχθείσα ύλη. Η «Κεντρική Επιτροπή» έπαιρνε και ήλεγχε τις εκθέσεις αυτές και μέχρι τα μέσα Ιουλίου κατέληγε στο αν θα ανανεωθούν ή όχι οι διορισμοί του εκπαιδευτικού προσωπικού των σχολών.

H ύπαρξη της «Κεντρικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής» από την αρχή  ενόχλησε κάποιους τοπικούς παράγοντες που ένιωσαν ότι έχαναν πολλή από την εξουσία που είχαν. Ένα μήνα μόλις μετά τη σύσταση της «Κεντρικής Επιτροπής», ο Α. Αγιακάτσικας, επιφανής Ροδίτης έμπορος και μέλος της εφορείας των σχολών της πόλης της Ρόδου ρώτησε ποια είναι  «η θέσις της κεντρικής εφορείας κατόπιν της επενεχθείσης διά του επαρχιακού κανονισμού ριζικής μεταβολής εν τοις εκπαιδευτικοίς ζητήμασι, διότι νομίζω ότι καθίσταται πλέον περιττή εφ’όσον η Εκπαιδευτική Επιτροπή τίθεται υπεράνω αυτής περικόπτουσα πάντα τα δικαιώματά  της.»[37] Είναι φανερή  η πικρία του μέλους της εφορείας για τις αλλαγές που συντελέστηκαν. Η απάντηση του Απόστολου στον Αγιακάτσικα ήταν χαρακτηριστική της ανυποχώρητης στάσης που θα κρατούσε:  «εις την εκπαιδευτικήν επιτροπήν ηθέλησε να δώση την πρέπουσαν θέσιν και σημασίαν ην δέον αύτη να έχη δι’ αυτό  και καθορίσθη να συνιστώσι αυτήν μέλη διακεκριμμένα επί μορφώσει και επιγνώσεσι ειδικαίς οπωσδήποτε προς την αποστολήν του σωματείου τούτου.  Διότι η εφορεία αποτελουμένη ως επί το πλείστον εξ ανθρώπων τιμίων μεν και ευυπολήπτων, αλλά της αγοράς και του εμπορίου, αδυνατεί να εξυπηρετήση τας πνευματικάς ανάγκας της παιδείας. Με όλα ταύτα φρονεί ότι, εκτός του περί αναγνωρίσεως των προγραμμάτων δικαιώματος, ουδέν αφαιρείται από της εφορείας».[38]

Το δεύτερο σημαντικό μέτρο που έλαβε ο Απόστολος  ήταν η σύνταξη νέων Κανονισμών για τα σχολεία του νησιού. Το 1915 ετέθησαν σε εφαρμογή  δύο νέοι κανονισμοί. Ο πρώτος ήταν ο: «Εσωτερικός Κανονισμός της Κεντρικής Εκπαιδευτικής Επιτροπείας της Νήσου Ρόδου»  και ο δεύτερος κανονισμός  ήταν ο «Κανονισμός των Σχολών της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος Ρόδου». Οι Κανονισμοί αυτοί ρύθμιζαν τη λειτουργία και οργάνωση των ελληνικών σχολείων. Το νέο στοιχείο των   Κανονισμών αυτών  ήταν  η εναρμόνιση  με το πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας της Ελλάδας. Οι Κανονισμοί αυτοί τέθηκαν σε εφαρμογή το σχολικό έτος 1916-1917. «Ο Κανονισμός των σχολών της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος Ρόδου»  αποτελείτο από 110 άρθρα και ρύθμιζε τη λειτουργία των σχολείων, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εκπαιδευτικών, τα καθήκοντα των μαθητών, καθώς και το θεσμικό πλαίσιο της παιδείας στην περιφέρεια της Ρόδου.[39]

Τρίτη μεγάλη αλλαγή ήταν η κατάρτιση μητρώου εκπαιδευτικών. Ο Απόστολος κατάφερε και κατέγραψε όλους τους εκπαιδευτικούς που υπηρετούσαν το νησί και τους  κατέταξε σε κατηγορίες με βάση τα προσόντα τους. Έτσι οι δάσκαλοι διαβαθμίστηκαν σε τέσσερις κατηγορίες ανάλογα με τα προσόντα τους.[40]   Υπήρχαν διδάσκαλοι Α, Β, Γ, και Δ κατηγορίας, όπως και υποδιδάσκαλοι, που και αυτοί διαβαθμίζονταν με βάση τα προσόντα τους.Ένα θετικό στοιχείο ήταν το γεγονός ότι σταδιακά αποχωρούσαν οι διδάσκαλοι των χαμηλότερων βαθμίδων και οι νεοεισερχόμενοι στην υπηρεσία  εκπαιδευτικοί ήταν καλύτερα  καταρτισμένοι  σε προσόντα, γεγονός που δείχνει την αναβάθμιση της παιδείας την περίοδο αυτή.

Παρόμοια  κατηγοριοποίηση ίσχυσε και για  τους καθηγητές. Οι καθηγητές εντάχθηκαν σε δύο κατηγορίες: τους Ελληνοδιδάσκαλους και τους Καθηγητές.[41]Επίσης σημαντικό μέτρο ήταν η δημιουργία του θεσμού του επόπτη –επιθεωρητή των σχολείων. Τη θέση αυτή κατέλαβε ο δάσκαλος της Αστικής Σχολής Αυγερινός Πανηγύρης του οποίου οι ετήσιες εκθέσεις αποτελούν πολύ σημαντικές πηγές έρευνας για τον ερευνητή της τοπικής ιστορίας.

  Ένα άλλο μέτρο που πήρε ο Απόστολος για να βελτιωθεί η ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού ήταν η διοργάνωση εκπαιδευτικών συνεδρίων, αλλά και επιμορφωτικών σεμιναρίων[42] τα οποία περιλάμβαναν  υποδειγματικές διδασκαλίες. [43]

Σχετική με τους δασκάλους ήταν και η επόμενη κίνηση. Το σχολικό έτος  1915- 1916    επανιδρύθηκε  ο  Διδασκαλικός  Σύλλογος   «Κλεόβουλος»,[44] που σκοπό  του είχε την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και την προάσπιση του διδασκαλικού επαγγέλματος.[45] Την ίδια περίοδο ιδρύθηκε το Επαρχιακό σωματείο «Παρροδιακή Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης». Σκοπός του σωματείου ήταν «να δίδη δωρεάν βιβλία εις όλα τα σχολεία της πόλεως και των χωρίων, να πληρώνη τα εισιτήρια των πτωχών μαθητών και μαθητριών του Γυμνασίου και του Ανώτερου Παρθεναγωγείου,  να προμηθεύη χάρτας και πίνακας της Αγίας Γραφής, της ζωολογίας και τη φυσικής εις τα σχολεία της πόλεως και των χωρίων, να καταρτίζη σχολικάς βιβλιοθήκας και εν γένει να επιδιώκη παν το συντελούν προς προαγωγήν της εκπαιδεύσεως εν Ρόδω».[46] Η αγορά βιβλίων από την «Παρροδιακή Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα» ήταν πολύ σημαντική ενέργεια.[47] Την περίοδο αυτή το κόστος αγοράς των βιβλίων το χρεωνόταν ο μαθητής και η οικογένειά του. Το χαμηλό βιοτικό επίπεδο που υπήρχε έκανε αρκετές φορές δυσβάστακτο το κόστος αγοράς τους  και ένα μεγάλο μέρος των μαθητών εγκατέλειπαν εξαιτίας  του  το σχολείο.[48]

Με τις μεταρρυθμίσεις  και τις καινοτομίες κατάφερε ο Απόστολος να μειώσει τη σχολική διαρροή  σε μεγάλο βαθμό. Πολλοί μαθητές, επειδή η  οικογένειά  τους δεν μπορούσε να πληρώνει τα δίδακτρα για το σχολείο στο οποίο φοιτούσαν, αποφάσιζαν να εγκαταλείψουν το σχολείο ή σε μερικές περιπτώσεις να  παρακολουθήσουν ιταλικό σχολείο, το οποίο ήταν δωρεάν. Ο Απόστολος κατάλαβε τον κίνδυνο και με τα μέτρα που πήρε κατάφερε να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση των σχολικών εφορειών[49] και έτσι κάθε σχολείο είχε πλέον τη δυνατότητα και την άνεση να παρέχει υποτροφίες σε άπορους μαθητές ή στους μαθητές χορηγούνταν υποτροφία μέσω σωματείων, όπως η «Εργάνη Αθηνά»  ή «Παρροδιακή Αδελφότης».

Άλλο σημαντικό μέτρο που έλαβε ο Απόστολος ήταν  η συνένωση των τοπικών εκκλησιαστικών επιτρόπων με τις τοπικές σχολικές εφορείες. Από τη συνένωση αυτή προέκυψε η «Εφοροεπιτροπεία». Η «Εφοροεπιτροπεία» είχε κοινό ταμείο και ως πρώτο μέλημα την καταβολή των μισθών των εκπαιδευτικών και ύστερα τις ανάγκες των εκκλησιών. Οι μισθοί των εκπαιδευτικών καθορίζονταν από την Κεντρική Επιτροπή που  είχε και  την ευθύνη για την τήρηση των σχολικών προγραμμάτων. 

Άλλη σημαντική απόφαση του Απόστολου  ήταν η εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στα δημοτικά σχολεία της περιφερείας του,  τον Μάιο του 1917 από την «Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή.»[50]  Πρόκειται για μια απόφαση που ήταν εναρμονισμένη με το κλίμα που επικρατούσε στην Ελλάδα.  Την περίοδο αυτή καθιερώθηκε  τα αναγνωστικά της Α΄ έως και της Δ΄ τάξης, όπως και τα μαθηματικά της Γ΄ έως και της Στ΄ τάξης να είναι  γραμμένα στην ομιλουμένη γλώσσα, απαλλαγμένα από κάθε μορφή αρχαϊσμού και ιδιωματισμού.[51]  Αναφορικά με την εποπτεία ο  μητροπολίτης Απόστολος αποφάσισε να στηρίξει το θεσμό του επόπτη – επιθεωρητή των σχολείων. Ο θεσμός υπήρχε και πριν, τον επανάφερε όμως,  δίνοντας  αυξημένες αρμοδιότητες αλλά και περισσότερο κύρος στον ίδιο τον επόπτη.[52]

Συστήθηκε το 1923 από την Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή Υγειονομική Επιτροπή με σκοπό την κάλυψη σε θέματα υγείας των μαθητών των σχολείων της πόλης αλλά και των σχολείων στα χωριά της Ρόδου.

Στη δεύτερη φάση της ποιμαντορίας του ο Απόστολος είχε να αντιμετωπίσει δύο κυβερνήτες το Μάριο  Λάγκο διπλωμάτη καριέρας και τον Τσέζαρε Μαρία ντε Βέκκι, εκ των τετραρχών του φασισμού.  Ο Λάγκο  την 1η  Ιανουαρίου 1926  δημοσίευσε το σχολικό κανονισμό, κανονισμό που έπληττε καίρια την ελληνική εκπαίδευση. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ο Λάγκο ασκούσε τα καθήκοντα του από τον Φεβρουάριο του 1923 και όλο αυτό το διάστημα ετοίμαζε τα μέτρα αφελληνισμού των κατοίκων και την προσπάθεια εξιταλισμού τους. Ενδεικτικά θα αναφέρω τα πέντε σπουδαιότερα μέτρα το νέου σχολικού κανονισμού:

Η εκκλησία απαγορευόταν να αναμιγνύεται  στα σχολεία και στην εκπαίδευση.
Οι διδάσκοντες έπρεπε να είναι απολιτικοί και να μην εκφράζουν την εθνική τους καταγωγή.
Τα ελληνικά σχολεία που χρηματοδοτούσαν οι κοινότητες υποβαθμίζονταν, ονομάζονταν ιδιωτικά  και όσα δεν μπορούσαν να επιβιώσουν οικονομικά είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν την ενίσχυση της κυβέρνησης και έτσι να περάσουν στον απόλυτο έλεγχο των Ιταλών.
Επιβαλλόταν ως υποχρεωτική η διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας
Ιδρύετο στη Ρόδο Παιδαγωγική Ακαδημία Magistrale  που θα χορηγούσε πτυχία στους μελλλοντικούς δασκάλους της Δωδεκανήσου.

Το επόμενο μεγάλο κτύπημα στην ελληνική εκπαίδευση ήρθε στις 23-7-1937 με το διάταγμα του Ντε Βέκκι. Ο νέος κυβερνήτης έδειξε ότι δεν τον ενδιαφέρει το μέλλον αλλά το άμεσο παρόν. Οι Δωδεκανήσιοι όφειλαν εδώ και καιρό κατά τη γνώμη του να μιλούν ιταλικά και να αισθάνονται ιταλοί φασίστες. Με το διάταγμα περί σχολείων   του Ιουλίου 1937 έχουμε:

1.εξάλειψε τα  κοινοτικά (ελληνικά)  σχολεία και τα εξομοίωσε με τα ιταλικά.

2. Η λίνγκουα λοκάλε , η ελληνική έγινε μάθημα προαιρετικό και διδάσκοταν χωρίς βιβλία

3. Οι Έλληνες δάσκαλοι υποχρεώνονται να μιλούν και να διδάσκουν μόνο στα ιταλικά διαφορετικά απολύονταν.

Share: